Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Babes in Arms (1939)

Babes in Arms (1939)
ΑΝΗΛΙΚΑ ΕΝ ΔΡΑΣΗ

Σκηνοθεσία:  Busby Berkeley

Συγγραφείς: Jack McGowan, Kay Van Riper και άλλοι

Παιζουν: Mickey Rooney, Judy Garland, Charles Winninger  και λοιποί.

Ελληνικοί υπότιτλοι μεταφρασμένοι από εμένα.



Ο Busby Berkeley, σκηνοθέτης εντυπωσιακών μιούζικαλ, μεταπήδησε από την Warner Brothers στην MGM και γύρισε την ταινία: Babes in Arms. Η επιτυχία της ταινίας αυτής τον οδήγησε στην δημιουργία τριών ακόμα ταινιών με παρόμοιο θέμα και με τους ίδιους νεαρούς πρωταγωνιστές.  (Mickey Rooney  και Judy Garland). Την ίδια μάλιστα χρονιά παρουσιάστηκε και η ταινία: Ο Μάγος του Οζ, η οποία δεν είχε την ίδια ανταπόκριση στο κοινό όσο το Babes in Arms, πράγμα αδιανόητο για μας σήμερα! Πρέπει όμως να ταυτιστούμε με τις συνθήκες της εποχής για να το κατανοήσουμε αυτό.
Το θέμα της ταινίας ασχολείται με το Βαριετέ και τον κόσμο του. Το Βαριετέ ήταν ένα δημοφιλέστατο θεατρικό θέαμα που κυριάρχησε σε ΗΠΑ και Καναδά από τις αρχές του 8980 μέχρι τις αρχές του 1930.  Το θέαμα μπορούμε να το συγκρίνουμε με την δική μας επιθεώρηση, αλλά επικρατούσε το τραγούδι και ο χορός.  Το είδος του θεάματος κλονίστηκε με την εμφάνιση του κινηματογράφου, κατέρρευσε δε τελείως το 1930 με την εμφάνιση ομιλουσών  ταινιών. Η ιστορία ξεκινά με την παρουσίαση ενός διάσημου ηθοποιού του είδους, τον Joe Moran (Charles Winninger) και της γυναίκας του και συμπρωταγωνίστριάς του Florrie Moran (Grace Hayes). Αυτοί απολαμβάνοντας την χρυσή εποχή του συγκειμένου θεάματος, αποκτούν δύο παιδιά. Ο πρώτος τους γιός μάλιστα, ο Mickey (Mickey Rooney), γεννήθηκε μέσα στο θέατρο! Απέκτησαν και μία κόρη την Molly (Betty Jaynes). Όταν τα πρώτα σύννεφα τις κρίσης έκαναν την εμφάνισή τους, ο Joe δεν ήθελε να πιστέψει ότι επέρχεται καταστροφή και δεν φρόντισε να ανανεώσει το θέαμα που παρουσίαζε, ώστε να αντέξει στον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα, τόσο η οικογένειά του όσο και οι οικογένειες των υπολοίπων ηθοποιών  είχαν πρόβλημα διαβίωσης μια και ήσαν όλοι τους άνεργοι. Ο ταλαντούχος  Mickey (Mickey Rooney), έγραφε τραγούδια που ερμήνευε η φίλη του Patsy (Judy Garland) και προσπαθούσε να γράψει νούμερα που θα ανανέωναν το Βαριετέ.


Ο εγωιστής όμως πατέρας του δεν άκουγε κουβέντα. Αντ’ αυτού προσπάθησε να πετύχει την επαναφοράς του στον κόσμο του θεάματος, συγκεντρώνοντας τους άνεργους συναδέλφους του και οργανώνοντας μια περιοδεία με τα ίδια υλικά που γνώριζε, χωρίς καθόλου νεοτερισμούς, Η προσπάθεια απέτυχε παταγωδώς και δεν ήθελε πια τα παιδιά του να ακολουθούσουν τον ίδιο επαγγελματικό δρόμο με τον δικό του. Ο εγωισμός του του έλεγε πως αφού αυτός απέτυχε, πως ήταν δυνατόν να πετύχουν τα πιτσιρίκια. .Πίτσικε μάλιστα από την δίδα Steele (Rand Brooks), υπεύθυνο του τοπικού γραφείου κοινωνικής πρόνοιας, να υπογράψει το αίτημα για να κλειστούν τα παιδιά του σε κρατικό επαγγελματικό σχολείο προκειμένου να διδαχτούν κάποιο επάγγελμα και να μην έχουν την δική του τύχη.
Τότε ο Mickey έκανε την επανάστασή του. Μαζί δε με την φίλη του Patsy ,έπεισαν και τα άλλα παιδιά των ηθοποιών να επαναστατήσουν. Όταν μιλάμε για επανάσταση, μην πηγαίνει ο νους σας σε Τζέιμς Ντην , Μάρλον Μπράντον και άλλους έφηβους επαναστάτες. Μιλάμε για «Βελούδινη» επανάσταση. Τότε ο Mickey μαζί με την φίλη του Patsy,,έπεισαν και τα άλλα παιδιά των ηθοποιών να επαναστατήσουν. Όταν μιλάμε για επανάσταση, μην πηγαίνει ο νους σας σε Τζέιμς Ντην , Μάρλον Μπράντον και άλλους έφηβους επαναστάτες. Μιλάμε για «Βελούδινη» επανάσταση.

Στο σημείο αυτό να πούμε μερικά λόγια για τους νεαρούς πρωταγωνιστές.

Ο Mickey Rooney ήταν πράγματι παιδί ηθοποιών του θεάτρου ο οποίος μεγάλωσε μέσα σ’ αυτό και από πολύ νέος έκανε την εμφάνισή του στο πάλκο.


Φαίνεται να είχε ισορροπημένη σχέση με τους γονείς του, γεγονός που επέδρασε ευνοϊκά στην καριέρα του, εργαζόταν δε μέχρι πρόσφατα. Για την εμφάνισή του στην ταινία Babes in Arms, προτάθηκε για Όσκαρ! Είχε να ανταγωνιστεί όμως τους: Clark gable με το Gone with the Wind, τον Laurence Olivier στο Wuthering Heights και τον Jimmy Stewart στο  Mr.  Smith Goes to Washington. Όλοι τους όμως έχασα από τον Robert Donat  sto Goobbay Mr. Chips.  Ο Mickey Rooney είχε την ευκαιρία να αποδείξει το κωμικό ταλέντο του μιμούμενος στην παρούσα ταινία γνωστά ονόματα καλλιτεχνών της εποχής  εκείνης.


Για την δεκαπεντάχρονη ΄τοτε Judy Garland δεν μπορούμε δυστυχώς να πούμε τα ίδια. Από ηλικία δύο  ετών η μητέρα της την παρουσίασε μαζί με τις μεγαλύτερες αδελφές  της στην τηλεόραση, σε μια χορευτική επίδειξη. Η μάνα κατάλαβε αμέσως πως η μικρή ήταν το κάτι άλλο. Φρόντισε λοιπόν να την εκμεταλλευτεί όσο έπαιρνε. Την γύριζε σε ολόκληρη την Αμερική και την εμφάνιζε σε καμπαρέ και ξενοδοχεία. Η μικρή δεν είχε πια μόνιμη κατοικία και σε συνδυασμό με τα προβλήματα που δημιουργούσε με την αστυνομία ο ομοφυλόφιλος πατέρας της, δεν μπορούμε να πούμε πως είχε ήρεμη παιδική ζωή.  Στην παρούσα ταινία ο κόσμος την είδε με συμπάθια, αλλά ποτέ δεν φαντάστηκε πως θα γινόταν φίρμα των μιούζικαλ. Ακόμα και με το έργο Ο Μάγος του Οζ, κανένας δεν φαντάστηκε το τι θα επακολουθήσει. Έπρεπε να βγουν οι ταινίες της, Meet Me in St. Louis,  Easter Parade και άλλες, για να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Αλλά και μετά την αναγνώρισή της ,η ζωή της δεν έγινε ηρεμότερη. Η εταιρία της, προκειμένου να διατηρήσει το ιδανικό βάρος, την τάιζε αμφεταμίνες,, με αποτέλεσμα να αποκτήσει έξη στα ναρκωτικά. Αυτό την οδήγησε και στον πρόωρο θάνατό της, το 1969. Στο παρόν έργο προσφέρει νεανική δροσιά με τα τραγουδάκια της, παρότι που οι συντελεστές του έργου την θάψανε (σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα), μασκαρεύοντάς την blackface.




Τι ήταν αυτό; Το blackface είναι μορφή μακιγιαρίσματος λευκών τραγουδιστών και ηθοποιών του βαριετέ που έβαφαν τα πρόσωπά τους μαύρα – συνήθως με καμένο φελλό και αργότερα με βερνίκι παπουτσιών -  μακιγιάριζαν έντονα τα χείλι τους για να φαίνονται σαρκώδη, φόραγαν περούκα για να δείχνουν έντονα τριχωτοί και με αυτόν τον τρόπο διακωμωδούσαν τους μαύρους ανθρώπους.


Η τεχνική αυτή ήταν πολύ διαδεδομένη από το 1840 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 60, οπότε άρχισε ο αγώνας .για τα πολιτικά δικαιώματα.  Ακόμα και οι αριστερών αποκλίσεων αδελφοί Μαρξ, δεν ξέφυγαν από την παγίδα του blackface.
Κατά τα άλλα η ταινία δεν παρουσιάζει τίποτε περισσότερο σημαντικό. Το τραγούδι μάλιστα του φινάλε προκαλεί θυμηδία. Πολύς πατριωτισμός πέφτει και μας μιλάει συνέχεα για την Χώρα του Θεού, δηλαδή την Αμερική! Ως άλλοθι προβάλει το ότι η Αμερική δεν διαθέτει κανέναν Ντούτσε ή Φύρερ,  ούτε παρελάσεις με το Βάδισμα Χήνας!


Γενικά μην περιμένετε καμία ταινιάρα. Αρκεστείτε να θαυμάσετε του νεαρούς πρωταγωνιστές  σε παιδική ηλικία και να βοηθηθείτε να κατανοήσετε την ζωή της δεκαετίας του 30.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Pépé le Moko (1937)

Pépé le Moko (1937)
Άλγέρι




Σκηνοθεσία: Julien Duvivier
Σενάριο: Henri La Barthe (νουβέλα και σενάριο)
Παίζουν: Jean Gabin, Gabriel Gabrio, Saturnin Fabre, Mireill Balin, Lucas Gridoux και άλλοι.

Για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό του Χόλυγουντ με τις γκανγκστερικές ταινίες οι Γάλλοι , επέλεξαν τον Jean Gabin και προσπάθησαν να τον τυποποιήσουν ως ένα σκληρό και άγριο γκάνγκστερ. Ο άνθρωπος όμως, πέρα από το σκληρό του πρόσωπο, διέθετε ρομαντική φλέβα και ταλέντο πέρα από τυποποιήσεις. Έτσι το πείραμα απέτυχε. Δεν σημάνει  όμως πως απέτυχε η συγκεκριμένη ταινία και ο Jean Gabin ο οποίος με την ταινία αυτή καθιερώθηκε ως μεγάλος ηθοποιός. Όσο για το σκληρό του πρόσωπο, ο μισός γυναικείος πληθυσμός του πλανήτη ήταν ερωτευμένος μ’ αυτό!




Αλλά και ο σκηνοθέτης Julien Duvivier βρήκε την ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητές του. Η ταινία θεωρείται πρώιμο film-noire. Ο όρος αυτός καθιερώθηκε πολύ αργότερα και τότε ήταν άγνωστος.
Το σενάριο μας μεταφέρει στο προπολεμικό Αλγέρι, όπου αυτό όπως και άλλες βορειοαφρικανικές χώρες ήταν Γαλλική αποικία. Το να κατέχουν Ευρωπαϊκές χώρες αποικίες θεωρείτο κάτι το αυτονόητο την εποχή εκείνη, σε σημείο που το Αλγέρι δεν χαρακτηριζόταν αποικία, αλλά Γαλλική επαρχία και η Γαλλία ως «ηπειρωτική Γαλλία». Στη χώρα αυτή βρίσκει καταφύγιο ένας μεγάλος κακοποιός, ο Πεπέ (Jean Gabin), όπου μετά από καταδίωξη από την αστυνομία λόγο ληστείας τραπεζών, κατέφυγε εκεί. Ο ιδιοφυής σκηνοθέτης Julien Duvivier μας- παρουσιάζει μια συνοικία πόλης του Αλγερίου - την Κασμπάχ - ως μυθικό και ουτοπικό μέρος. Λαβύρινθοι από σκοτεινά και τρομακτικά δρομάκια που η αστυνομία δεν τολμά να ασκήσει την εξουσία της. Το να τολμήσει να συλλάβει κακοποιό, ούτε λόγος. Εκεί όχι μόνο βρίσκει καταφύγιο ο Πεπέ, αλλά συνεχίζει τις παράνομες δραστηριότητές του οργανώνοντας δική του συμμορία και έχοντας την εκτίμηση και συμπάθια όλου του ντόπιου πληθυσμού.




Ενοχλημένα τα κεντρικά της αστυνομίας στο Παρίσι από την ανεξέλεγκτη εγκληματική δράση του Πεπέ, στέλνουν έναν αξιωματικό στο Αλγέρι για να συλλάβει τον κακοποιό. Ο ντόπιος επιθεωρητής Σλίμαν (Lucas Gridoux), προσπαθεί να πείσει τον αξιωματικό ότι η σύλληψη του Πεπέ μέσα στην Κασμπάχ είναι επικίνδυνη υπόθεση




 Αυτός δε έχει ένα εφικτό σχέδιο. Να παρασύρει τον Πεπέ στην πόλη, όπου εκεί η σύλληψη του θα είναι απλή υπόθεση. Ο αξιωματικός δεν πείθεται και οργανώνει επιχείρηση εκκαθάρισης το βράδυ στην Κασμπάχ, η οποία καταλήγει σε μεγάλο φιάσκο και σημαντικές απώλειες για την αστυνομία.
Ο Πεπέ, αν και είναι κάτι σα βασιλιάς σ΄ αυτή την περιοχή, τον τρώει η νοσταλγία  για την Γαλλία και ιδιαιτέρα το Παρίσι.




Η κατάστασή του επιδεινώνεται όταν γνωρίζει την Γκάμπη (Mireille Balin), μια τουρίστρια από το Παρίσι. Το ντύσιμο και τα κοσμήματα που φοράει αυτή, την κάνουν να φαίνεται ότι είναι γυναίκα της υψηλής κοινωνίας.




Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά κοπέλα ελαφριών ηθών, η οποία ήλθε ως συνοδός-ερωμένη ενός γέρου και χοντρού επιχειρηματία, ο οποίος εξαγοράζει την συντροφιά της με διαμάντια και χρυσά κοσμήματα. Ο αφελής Πεπέ τα παραβλέπει όλα αυτά και ερωτεύεται σφόδρα την κοπέλα.





Στην πραγματικότητα είναι η νοσταλγία για την Γαλλία που τον σπρώχνει σ΄ αυτήν, ελπίζοντας πως μαζί της θα καταφέρει να αποδράσει από την Κασμπάχ και να φύγουν μαζί για το Παρίσι. Για τον επιθεωρητή Σλίμαν, η εμφάνιση της Γκάμπη στην υπόθεση είναι δώρο ανέλπιστο. Με αυτή ως δόλωμα, θα μηχανευτεί τρόπους για να αναγκάσει τον Πεπέ να κατέβει στην πόλη.




Η εν λόγο ταινία δεν έχει κυκλοφορήσει ως DVD στην Ελλάδα. Παίχτηκε όμως κάποτε από την κρατική τηλεόρασης και απέκτησε πολλούς θαυμαστές. Πράγματι αυτοί έχουν δίκιο να θεωρούν την ταινία αυτή ως διαμάντι του Ευρωπαϊκού και ιδιαίτερα του Γαλλικού κινηματογράφου.
Λόγο της κατηγορίας των ηρώων στην ταινία και του τόπου που διαδραματίζεται, αφθονεί η αργκό. Εγώ απέφυγα να μεταφράσω την αργκό κατά λέξη, πράγμα που θα ήταν άτοπο, άλλα προσπάθησα να αποδώσω με αντίστοιχες δικές μας μαγκιές τα λεγόμενα στην αργκό.


Οι μετάφραση των υποτίτλων έγινα από εμένα.





Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

La femme du boulanger (1938)


La femme du boulanger (1938)
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΦΟΥΡΝΑΡΗ


Σκηνοθεσία: Marcel Pagnol

Σενάριο: Marcel Pagnol, από το μυθιστόρημα του Jean Giono.

Παίζουν: Raimu- Φούρναρης.  Ginette Leclerc,-Φουρνάρισσα.  Fernand Charpin-Μαρκήσιος.

 Robert Vattier-Εφημέριος. Robert Bassa: Δάσκαλος.

Υπότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Η ακριβής μετάφραση του Γαλλικού τίτλου είναι: Η ΓΥΝΑΊΚΑ ΤΟΥ ΦΟΥΡΝΑΡΗ. Στην Ελλάδα όμως εμφανίστηκε με τον τίτλο: ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ.
Ο συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Marcel Pagnol, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ήδη έχω παρουσιάσει δύο έργα του. (Jean de Florette και Manon des sources)  Τον έχω γνωρίσει όμως πολύ παλαιότερα, όταν ως παιδί την δεκαετία του 50, τέντωνα τα αυτιά μου στο ραδιόφωνο για να ακούσω θέατρο! Εκεί άκουσα για πρώτη φορά την αξεπέραστη τριλογία του: Φανή, Καίσαρας, Μάρτιος.  Στο ρόλο του Καίσαρα ο αείμνηστος Χριστόφορος Νέζερ. Τώρα πάμε πιο παλιά. Στο 1938!
Η ταινία μας μεταφέρει σε χωριό της Γαλλικής Προβηγκίας την δεκαετία του 30. Η Προβηγκία έχει συντηρητική και πατριαρχική νοοτροπία. Οι γυναίκες δεν παίζουν κανέναν ρόλο εκεί και περιορίζονται σε αυτόν της κουτσομπόλας.
Ο Orson Welles θεωρεί την ταινία αυτή μαζί με μερικές άλλες, ως τις κορυφαίες δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, τον δε ηθοποιό Raimu που υποδύεται τον φούρναρη, ως έναν από τους κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής του.
Στο χωριό που βρισκόμαστε, ο Marcel Pagnol μας αποδίδει με γλαφυρό τρόπο τις αντιδικίες, έριδες και ζηλοφθονίες μεταξύ των κατοίκων


 Δεσπόζουσες μορφές του χωριού είναι: ο συντηρητικός Καθολικός ιερέας από τη μια και ο
αριστερός προοδευτικός δάσκαλος από την άλλη.



Όλους αυτούς όμως τους καπελώνει το πραγματικό αφεντικό του χωριού, ο απόστρατος αξιωματικός Μαρκήσιος Νε Βενέλ (Fernand Charpin), του οποίου η ζωή αν και δεν συμβαδίζει ούτε με τις συντηρητικές ιδέες του ιερέα, ούτε με τις προοδευτικές του δασκάλου, καταφέρνει να τους επιβάλλεται, όπως και στον κάθε ένα στο χωριό.


Το χωριό υπέφερε από έναν κακό φούρναρη ο οποίος τους έφτιαχνε άθλιο ψωμί. Να όμως που τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Στο χωριό έρχεται νέος φούρναρης ο οποίος φαίνεται να ξέρει την δουλειά του και επιτέλους το χωριό θα χορτάσει ψωμί. Όμως ο ικανός, εργατικός αλλά αφελής φούρναρης έχει ένα μειονέκτημα. Έχει όμορφη γυναίκα που όλοι την λιγουρεύονται!

Αυτή ξελογιάζεται, ή μάλλον ξελογιάζει τον Ντομινίκ (Charles Moulin), έναν νεαρό βοσκό που εργάζεται για τον Μαρκήσιο και τον πείθει να κλεφτούνε!

Το σκάνδαλο βουίζει στο συντηρητικό χωριό και όλοι κολλάνε στον δυστυχή φούρναρη την ταμπέλα του «Κερατά»!


Αυτός δεν μπορεί ή μάλλον δεν θέλει να το πιστέψει και προσπαθεί να εφεύρει αστείες δικαιολογίες για να ξεγελάσει τον εαυτό του.

 Όταν τελικά πείθεται για το τι συνέβη, αντιδρά άσχημα. Το ρίχνει στο πιοτό και σταματά να φουρνίζει. Δηλώνει δε πως δε θα ξαναφτιάξει ψωμί, αν δεν επιστρέψει η γυναίκα του!

Το πλήγμα για το χωριό είναι βαρύ. Μένουν ξαφνικά χωρίς ψωμί, την ώρα που είχαν πιστέψει πως λύθηκε το πρόβλημά τους. Αναγκάζονται να αφήσουν  στην άκρη τις μεταξύ του φιλονικίες και να προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ο Μαρκήσιος, ως πρώην στρατιωτικός, αναλαμβάνει να οργανώσει με στρατιωτικό τρόπο τους κατοίκους, οι οποίοι με περιπολίες να χτενίσουν την περιοχή και να βρουν το παράνομο ζευγάρι.

Τελικά το ζευγάρι εντοπίζεται. Ο βοσκός έντρομος την κοπανάει, ο δε ιερέας πείθει την άπιστη σύζυγο να μετανοήσει και να επιστρέψει στον άνδρα της. Έτσι το χωριό θα μπορέσει και πάλι να φάει γλυκό ψωμί.




Η ιστορία είναι απλή. Ο ιδιοφυείς όμως Pagnol και ο ταλαντούχος Raimu κατορθώνουν μια απλή κωμωδία να την μετατρέψουν τραγική και συγκινητική κωμωδία. Πικρή κωμωδία την λέω εγώ. Πράγματι, ο ταλαντούχος Raimu, από φιγούρα γελοίου «κερατά», μετατρέπεται σε τραγικό και συγκινητικό πρόσωπο.

Η ωραία φουρνάρισσα (Fernand Charpin), ενώ θεωρητικά πρωταγωνιστεί και είναι η πέτρα του σκανδάλου, ελάχιστα εμφανίζεται στην ταινία, εκτός από τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε λεπτά. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να την  κρίνω ως ηθοποιό.

Για τους υπότιτλους να πω τα εξής: Στο opensubttitle υπάρχουν Αγγλικοί και Ισπανική υπότιτλοι. Οι Αγγλικοί όμως είναι πολύ περιληπτικοί, ο δε Άγγλος συχνά λέει πως συγκεκριμένες σκηνές απουσιάζουν από την βιντεοκασέτα του!
Ο Ισπανός είναι ποιο λεπτομερής αλλά φαίνεται να μεταφράζει τα Αγγλικά και όχι απευθείας τα Γαλλικά. Όπου λοιπόν υπάρχει Αγγλική μετάφραση, κάτι γίνεται. Όταν όμως αυτή απουσιάζει, ο Ισπανός μεταφράζει υποτίθεται εξ ακοής τα Γαλλικά και γράφει άρες μάρες κουκουνάρες. Τρία πουλάκια κάθονται...
Η Τρίτη λύση θα ήτο να προσπαθήσω εγώ να μεταφράσω εξ ακοής. Πολλές όμωςαπό τις παλιές ταινίες όμως έχουν το μειονέκτημα να μην έχουν καλή ηχητική απόδοση. Αν λάβουμε δε υπόψη μας τις προφορές της Προβηγκίας και τους τύπους που συχνά μιλάνε μεθυσμένοι, το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο. Όπου λοιπόν δεν έβγαζα νόημα από τη μετάφραση, μετέφραζα κατ εκτίμηση, προσέχοντας όμως τα γραφόμενά μου να ταιριάζουν με τα συμβαίνοντα στην  συγκεκριμένη σκηνή.